'ρθε

ἔρθε , εἴρω
fasten together in rows
plup ind mp 2nd pl (epic)
ἔρθε , εἴρω
fasten together in rows
perf imperat mp 2nd pl (epic)
ἔρθε , εἴρω
fasten together in rows
perf ind mp 2nd pl (epic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έρχομαι — και έρχουμαι (AM ἔρχομαι) 1. κατευθύνομαι ή πλησιάζω σε κάποιον τόπο ή σε κάποιον πρόσωπο (α. «καὶ ἐπὶ πόλιν δυνατωτάτην νῡν ἐρχόμεθα», Θουκ. β. «τον είδα νά ΄ρχεται προς το μέρος μου») 2. επιστρέφω, γυρίζω πίσω (α. «οὔτ΄ Ὀδυσεὺς ἔτι οἶκον… …   Dictionary of Greek

  • λαχείο — το 1. τυχερό παιχνίδι κατά το οποίο, αφού γίνει κλήρωση αριθμημένων δελτίων λαχνών, όσοι έχουν δελτίο λαχνό που φέρει τον αριθμό ο οποίος κληρώθηκε κερδίζουν ορισμένα χρηματικά ποσά ή διάφορα αντικείμενα 2. συνεκδ. το αριθμημένο δελτίο με το… …   Dictionary of Greek

  • λουκούμι — το 1. είδος γλυκίσματος που παρασκευάζεται από μίγμα σιροπιού ζάχαρης και πολτοποιημένου αμύλου 2. (ως επίθ. για εδώδιμο) εύγευστος και τρυφερός («αυτό το κρέας είναι λουκούμι») 3. φρ. «μού ρθε λουκούμι» λέγεται για κάτι επίκαιρο και καλόδεχτο… …   Dictionary of Greek

  • σφοντύλι — το / σφονδύλιον, ΝΜΑ, και σπονδύλιον ΜΑ, και σφονδύλειον Α νεοελλ. 1. είδος πτηνού 2. φρ. «τού ρθε [ή τού φάνηκε] ο ουρανός σφοντύλι» ζαλίστηκε τόσο από δυνατό χτύπημα ή αναπάντεχο πάθημα που νόμισε ότι ο ουρανός γυρίζει σαν το σφοντύλι στο… …   Dictionary of Greek

  • φώτιση — η / φώτισις, ωτίσεως, ΝΜΑ [φωτίζω] παροχή φωτός, φωτισμός νεοελλ. 1. (κυρίως) η επιφώτιση με τη θεία χάρη, η παροχή πνευματικού φωτός από τον Θεό («ο Θεός να σού δίνει φώτιση») 2. μτφ. έξυπνη ιδέα («μού ρθε μια φώτιση καθώς σέ κοίταζα») …   Dictionary of Greek

  • αγερικά ή αερικά ή ανεμικά — Έτσι ονομάζονται από τους νεότερους Έλληνες τα πνεύματα, τα δαιμόνια εκείνα, που σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες κατοικούν στον αέρα. Η μορφή και οι ιδιότητες των α. δεν είναι με σαφήνεια καθορισμένες. Άλλοτε ταυτίζονται με τα ξωτικά, άλλοτε… …   Dictionary of Greek

  • Ζωγράφου, Λιλή — (Ηράκλειο Κρήτης 1922 – 1998). Λογοτέχνης και δημοσιογράφος. Ήταν κόρη δημοσιογράφου και εκδότη εφημερίδας στο Ηράκλειο Κρήτης, από τον οποίο κληρονόμησε την αγάπη για την αρθρογραφία αλλά και τον γνήσιο φιλελευθερισμό που τη διέκρινε. Στα… …   Dictionary of Greek

  • αξεστόμιστος — η, ο αυτός που δε βγήκε από το στόμα: Του ρθε να πει μια βαριά κουβέντα, τελικά όμως την κράτησε αξεστόμιστη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ρίγος — το ους 1. τρεμούλιασμα του σώματος εξαιτίας κρύου, κρυάδα, σύγκρυο: Από το πολύ κρύο τον έπιασε ρίγος. 2. το πρώτο στάδιο σε μερικές αρρώστιες (ελονοσία κτλ.): Του ρθε πάλι ρίγος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.